σιγανεύω

και σιγανώνω και, κυρίως στον Ερωτόκρ., σιγανεύγω Ν [σιγανός]
1. ησυχάζω, επανέρχομαι σε ήρεμη κατάσταση («σα σιγανέψουν οι καιροί», Ερωτόκρ.)
2. (σχετικά με ραδιόφωνο) χαμηλώνω την ένταση
3. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) σιγανεμένος, -η, -ο
γαληνεμένος, ήσυχος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιγάνεμα — το, Ν [σιγανεύω] το αποτέλεσμα τού σιγανεύω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.